Διαγωνισμός /ðia.ɣo.niˈzmos/ Noun

English
contest
فارسی
مسابقه

Example

  • Συμμετείχε στον καλλιστείων [διαγωνισμός] (ομορφιάς / φωνής / ιδεών) — και κέρδισε το πρώτο βραβείο.
  • She entered a beauty contest.
  • Στα ελληνικά, το είδος του διαγωνισμού προσδιορίζεται με επίθετο.