Διακανονισμός /ðjɐkɐnɔnizˈmos/ Noun

English
settlement
فارسی
توافق

Example

  • Οι δύο εταιρείες κατέληξαν σε [διακανονισμός] (οικονομική συμφωνία / εξωδικαστική λύση / συμβιβαστική πράξη) — της διαφοράς τους.
  • The two companies reached a settlement.
  • Το 'διακανονισμός' είναι ο πιο ουδέτερος και συχνός όρος για νομικές διευθετήσεις.