διαλύομαι /ðiaˈli.o.me/ Verb

English
dissolve
فارسی
حل شدن

Example

  • Ανακάτεψε καλά μέχρι να **διαλυθεί** η ζάχαρη. [Λιώνω / Τήκω / Εξαφανίζω] — του: Ανακάτεψε καλά μέχρι να λιώσει η ζάχαρη.
  • Stir until the sugar dissolves.
  • Το «διαλύομαι» (αόριστος) είναι η πιο φυσική επιλογή για την ολοκληρωμένη πράξη.