Διασταύρωση /ðiasˈtafɾosi/ Ουσιαστικό
- English
- junction
- فارسی
- تقاطع
Example
- Το ατύχημα συνέβη στη **διασταύρωση** (σύναψη / ένωση / συνάντηση) των αυτοκινητοδρόμων Α1 και Β2.
- The accident occurred at the junction of the A1 and the B2.
- Η «διασταύρωση» είναι η πιο κοινή για δρόμους.