ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ /ðjataráksi/ Noun

English
disruption
فارسی
تحول‌زایی

Example

  • Η απεργία προκάλεσε σημαντική [διαταραχή] (αναστάτωση / διακοπή) στις δημόσιες συγκοινωνίες.
  • The strike caused significant disruption to public transport.
  • Εδώ η «διαταραχή» είναι η πιο ουδέτερη επιλογή.