Αναστάτωση /anastasˈtosi/ Noun

English
disorder
فارسی
اختلال

Example

  • Διαγνώστηκε με μια σπάνια αιματολογική [Διαταραχή] — σαν να χάθηκε η εσωτερική του ισορροπία.
  • He was diagnosed with a rare blood disorder.
  • Το 'Διαταραχή' είναι ο καθιερωμένος όρος για ιατρικές καταστάσεις.