Δικτάτορας /ðikˈta.tor/ Noun
- English
- dictator
- فارسی
- دیکتاتور
Example
- Η χώρα υπέφερε κάτω από τη σκιά μιας σειράς στρατιωτικών [δικτάτορας/τυράννων/αυταρχικών ηγετών].
- The country suffered at the hands of a series of military dictators.
- Η λέξη 'δικτάτορας' φέρει πάντα αρνητικό, βαρύ πολιτικό φορτίο.