Διδακτικός /ðiða(k)tiˈkos/ Επίθετο

English
didactic
فارسی
وعظ‌گونه

Example

  • Η ομιλία του ήταν πληροφοριακή, αλλά κάπως **διδακτική** (διδακτικός / διδακτορικός / διδακτικότροπος) — ένιωσα σαν να ήμουν στο σχολείο.
  • The lecture was informative but somewhat didactic.
  • Εδώ υπονοείται αρνητική χροιά, σαν να 'μαλώνει' ο ομιλητής.