διευκολύνω /ðjefkoˈliːno/ Ρήμα

English
facilitate
فارسی
تسهیل کردن

Example

  • Η νέα νομοθεσία θα [διευκολύνει / προωθήσει / επιταχύνει] την ταχύτερη οικονομική ανάπτυξη.
  • The new trade agreement should facilitate more rapid economic growth.
  • Εδώ τονίζεται η άρση γραφειοκρατικών εμποδίων.