Δικαιούχος /ˈɛlɪdʒəbəl/ Adjective

English
eligible
فارسی
واجد شرایط

Example

  • Μόνο όσοι είναι άνω των 70 ετών [δικαιούνται] την ειδική παροχή.
  • Only those over 70 are eligible for the special payment.
  • Το 'δικαιούται' (ρήμα) είναι η πιο φυσική επιλογή εδώ.