Προβολή /provoˈli/ Noun
- English
- publicity
- فارسی
- تبلیغات
Example
- Η εκστρατεία απέκτησε ευρεία **δημοσιότητα** (προβολή / έκθεση / φήμη) — η καμπάνια έκανε 'buzz'.
- The campaign received widespread publicity.
- Το 'έκανε buzz' είναι ο σύγχρονος τρόπος να πεις ότι τράβηξε την προσοχή.