Δολοφονία /ðoloˈfonia/ Noun

English
assassination
فارسی
ترور

Example

  • Ο Πρόεδρος επέζησε από αρκετές απόπειρες **δολοφονίας** (απόπειρα / εκτέλεση / φόνος) — η ασφάλεια ήταν πάντα σε συναγερμό.
  • The president survived a number of assassination attempts.
  • Το «απόπειρα δολοφονίας» είναι η μαγνητική φράση για το 'assassination attempt'.