δουλειά /ðu.liˈa/ NounEnglishjobفارسیشغلExampleΕπιτέλους βρήκε [δουλειά] — της: Βρήκε επιτέλους [δουλειά] στην πόλη.She finally found a job in the city.Το 'βρίσκω' είναι το κλειδί για την εύρεση.