δυνατά /ðiˈnaːtɑː/ Adverb

English
loudly
فارسی
بلند

Example

  • Η σειρήνα χτυπούσε δυνατά σε όλο το κτίριο — βροντά / με δύναμη / με ένταση.
  • The alarm rang loudly throughout the building.
  • Το 'δυνατά' είναι το πιο ουδέτερο και συχνό.