Εφήμερο /eˈfi.me.ro/ Adjective

English
ephemeral
فارسی
زودگذر

Example

  • Η ομορφιά των ανθισμένων κερασιών είναι [Εφήμερη] (Πρόσκαιρη / Παροδική / Μονόβιο).
  • The beauty of the cherry blossoms is ephemeral.
  • Τονίζει την αβίαστη, φυσική ομορφιά που χάνεται γρήγορα.