Ευθύνη /evˈθi.ni/ Noun

English
responsibility
فارسی
مسئولیت

Example

  • Έχει πολλή **ευθύνη** στη νέα της δουλειά. (Η **υποχρέωση** / Η **επιβάρυνση** / Η **βαρύτητα** — της νέας της δουλειάς.)
  • She has a lot of responsibility in her new job.
  • Το «φέρνω» είναι πιο δυναμικό εδώ: «Φέρει μεγάλη ευθύνη».