Αυτοσυγκράτηση /af.to.siŋ.ɡra.'ti.si/ Noun
- English
- restraint
- فارسی
- خویشتنداری
Example
- Η κυβέρνηση επέβαλε **εγκράτεια** (αυτοσυγκράτηση / συγκράτηση / αυτοέλεγχος) στις εξαγωγές ειδών πολυτελείας.
- The government imposed export restraints on luxury goods.
- Εδώ η 'εγκράτεια' λειτουργεί ως θεσμικός περιορισμός.