είδος /ˈi.ðos/ Noun

English
species
فارسی
گونه

Example

  • Το πάρκο φιλοξενεί πάνω από πενήντα **είδη** πτηνών. (Το **είδος** / Το **γένος** / Η **φυλή**) — της: Το πάρκο είναι σπίτι για πάνω από πενήντα είδη πουλιών.
  • The park is home to over fifty species of birds.
  • Το 'είδος' εδώ είναι η καθιερωμένη βιολογική ορολογία.