ειρωνικός /irɔˈnikos/ Adjective
- English
- ironic
- فارسی
- طنز تلخ (وارونه)
Example
- Ήταν **ειρωνικό** (παράδοξο / αντιφατικό / σαρκαστικό) που ο ακτιβιστής κατά της τεχνολογίας οργάνωσε τη διαμαρτυρία με smartphone.
- It was ironic that the anti-technology activist used a smartphone to organize the protest.
- Εδώ τονίζεται η αντίφαση της πράξης.