εισοδήματα /ˈɜːrnɪŋz/ Noun

English
earnings
فارسی
درآمد

Example

  • Η έκθεση δείχνει σταθερή αύξηση των μέσων [εισοδημάτων].
  • The report shows a steady increase in average earnings.
  • Εδώ το 'εισοδήματα' είναι ο πιο ουδέτερος και συνηθισμένος όρος.