Εκφραστικός /ekfɾasˈtikoˈs/ AdjectiveEnglishvocalفارسیصریح (در معنای ابرازگر)ExampleΕίναι μια πολύ Φανερή υποστηρίκτρια της φιλανθρωπίας.She is a vocal supporter of the charity.Εδώ τονίζουμε την ενεργή συμμετοχή και την έκφραση.