έκπληξη /ekˈpli.ksi/ Noun

English
surprise
فارسی
غافلگیری

Example

  • Τι ευχάριστη [έκπληξη / θαύμα / απρόοπτο] που σε βλέπω εδώ!
  • What a pleasant surprise to see you here!
  • Η 'έκπληξη' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.