Εκτρέπω /ektˈrep.vo/ Verb
- English
- divert
- فارسی
- تغییر مسیر دادن
Example
- Η πτήση **εκτράπηκε** (Αόριστος) σε κοντινό αεροδρόμιο λόγω κακοκαιρίας.
- The flight was diverted to a nearby airport due to bad weather.
- Το 'εκτρέπω' είναι το πιο ταιριαστό για δρομολόγια και ροές.