ελικόπτερο /eliˈkoptero/ Noun

English
helicopter
فارسی
هلیکوپتر

Example

  • Το περιπολικό ελικόπτερο [ελικόπτερο] έκανε κύκλους πάνω από την περιοχή.
  • The police helicopter circled the area.
  • Η πιο συνηθισμένη χρήση, ειδικά σε ειδήσεις.