εγγενής /eˈʝenis/ Adjective
- English
- inherent
- فارسی
- ذاتی
Example
- Οι δυσκολίες [έμφυτες] σε μια τέτοια μελέτη είναι σημαντικές.
- The difficulties inherent in a study of this type are significant.
- Το 'έμφυτος' εδώ τονίζει ότι οι δυσκολίες είναι μέρος της ίδιας της φύσης της μελέτης.