ενοικίαση /eniˈkʲasi/ Noun
- English
- rental
- فارسی
- اجاره
Example
- Το [ενοίκιο] (μίσθωμα / μίσθωση / παραχώρηση) για αυτό το διαμέρισμα είναι αρκετά υψηλό.
- The rental for this apartment is quite high.
- Στην καθομιλουμένη, το 'ενοίκιο' (το ποσό) συχνά αντικαθιστά την 'ενοικίαση' (την πράξη).