ένορκοι /ˈe.nor.kos/ Ουσιαστικό
- English
- jury
- فارسی
- هیئتمنصفه
Example
- Η **ένορκη δικαστήριο** επέστρεψε ετυμηγορία αθώου. [Η ετυμηγορία / Η απόφαση / Η κρίση] — της: The jury returned a verdict of not guilty.
- The jury returned a verdict of not guilty.
- Το 'επέστρεψε' είναι πιο φυσικό από το 'έδωσε' σε αυτό το νομικό πλαίσιο.