Ενότητα /enˈditi/ Noun
- English
- unity
- فارسی
- اتحاد
Example
- Η επιτυχία του πρότζεκτ οφειλόταν στην **ενότητα** της ομάδας. [Ομοψυχία / Συμφωνία / Σύμπνοια] — της: Η επιτυχία του πρότζεκτ οφειλόταν στην ομοψυχία της ομάδας.
- The project succeeded because of the unity among the team members.
- Στην εργασιακή κουλτούρα, η 'ομοψυχία' τονίζει το κοινό πνεύμα.