Ένταση /ˈen.ta.si/ Noun

English
tension
فارسی
تنش

Example

  • Υπάρχει κλιμακούμενη [ένταση] στα σύνορα. (Η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη.)
  • There is mounting tension along the border.
  • Στα σύνορα, η 'ένταση' είναι η πιο επίσημη και συχνή επιλογή.