εντολή /ˈmæn.deɪt/ NounEnglishmandateفارسیحکمExampleΗ κυβέρνηση κέρδισε σαφή [ΕΝΤΟΛΗ] για να μεταρρυθμίσει το φορολογικό σύστημα.The government won a clear mandate to reform the tax system.Εδώ η «εντολή» φέρει το βάρος της λαϊκής βούλησης.