Αυτόχθονος /afˈtoχθonos/ Adjective
- English
- indigenous
- فارسی
- بومی
Example
- Το καγκουρό είναι **εντόπιο** της Αυστραλίας. (Αυτοί οι λαοί είναι **γηγενείς** της περιοχής.)
- The kangaroo is indigenous to Australia.
- Το 'εντόπιος' είναι πιο ζεστό, το 'γηγενής' πιο περιγραφικό.