επαρχία /eparchˈia/ Noun
- English
- province
- فارسی
- استان
Example
- Η επαρχία του Κεμπέκ φημίζεται για τα βουνά της. (Η επαρχία του Κεμπέκ φημίζεται για τα βουνά της.)
- The province of British Columbia is known for its mountains.
- Το «επαρχία» είναι η άμεση μετάφραση, αλλά το «νομός» είναι πιο συνηθισμένο για την Ελλάδα.