απαλός /a.paˈlos/ Adjective
- English
- gentle
- فارسی
- ملایم
Example
- Έχει έναν πολύ επιεική τρόπο ομιλίας. [Επιεικής / Καλοσυνάτος / Ήπιος] — της: She has a very gentle way of speaking.
- She has a very gentle way of speaking.
- Εδώ τονίζεται η μη-απειλητική ποιότητα της φωνής.