ΕΠΙΦΥΛΑΞΗ / ΑΠΟΘΕΜΑ / ΚΡΑΤΩ /rɪˈzɜːrv/ NounEnglishreserveفارسیرزرو / ذخیرهExampleΗ χώρα έχει τεράστια **αποθέματα** πετρελαίου.The country has large oil reserves.Εδώ το 'απόθεμα' (pl. αποθέματα) είναι το σωστό για φυσικούς πόρους.