επίγνωση /əˈwɛərnəs/ Noun

English
awareness
فارسی
آگاهی

Example

  • Υπάρχει μια αυξανόμενη [επίγνωση] (συνειδητοποίηση / αντίληψη) της ανάγκης για βιώσιμη ενέργεια.
  • There is a growing awareness of the need for sustainable energy.
  • Εδώ το 'αυξανόμενη' (growing) είναι μαγνητικός συνδυασμός.