επιμένω /epiˈmɛno/ Verb
- English
- persist
- فارسی
- پافشاری کردن
Example
- Αν **επιμένεις** να αργείς, θα χάσεις τη δουλειά σου. (Αντίσταση στην αλλαγή)
- If you persist in being late, you will lose your job.
- Εδώ τονίζεται η επαναλαμβανόμενη δράση (Imperfective).