επιστήμονας /epistímonas/ Noun

English
scientist
فارسی
دانشمند

Example

  • Ο νέος επιστήμονας (ερευνητής / διανοούμενος / λόγιος) ανακάλυψε ένα νέο είδος στο δάσος.
  • The scientist discovered a new species in the rainforest.
  • Η λέξη 'ανακάλυψε' (perfective) δείχνει το ολοκληρωμένο αποτέλεσμα της έρευνας.