επιθετικότητα /epithektikóˈtita/ Noun
- English
- aggression
- فارسی
- پرخاشگری
Example
- Η έρευνα δείχνει πως τα βιντεοπαιχνίδια μπορεί να προκαλέσουν **επιθετικότητα**.
- The research shows that computer games may cause aggression.
- Εδώ η 'επιθετικότητα' είναι η ψυχολογική τάση.