επιτίθεμαι /epiˈtiθemo/ Noun

English
attack
فارسی
حمله

Example

  • Η πόλη αναρρώνει από την πρόσφατη τρομοκρατική [επιθέσεως].
  • The city is recovering from the recent terrorist attack.
  • Το 'επίθεσης' είναι γενική πτώση.