εποπτεία /epiˈvlepsi/ Noun
- English
- supervision
- فارسی
- نظارت
Example
- Τα παιδιά δεν πρέπει να παίζουν κοντά στον δρόμο χωρίς την **εποπτεία** ενηλίκου.
- Children should not play near the road without adult supervision.
- Εδώ τονίζεται η ευθύνη της παρουσίας.