Ερωτηματολόγιο /erotimatoˈloʝio/ Noun

English
survey
فارسی
نظرسنجی

Example

  • Η πρόσφατη [έρευνα] (δημοσκόπηση / καταγραφή) έδειξε ότι το 75 τοις εκατό των ερωτηθέντων ήταν υπέρ του σχεδίου.
  • A recent survey showed 75 per cent of those questioned were in favour of the plan.
  • Η 'έρευνα' είναι ο πιο ουδέτερος και συχνός όρος.