εσωτερικός /esoteriˈkos/ Adjective
- English
- internal
- فارسی
- داخلی
Example
- Η εσωτερική δομή του κτιρίου είναι από ατσάλι. (Η εσωτερική δομή / Η εσωτερικότητα)
- The internal structure of the building is steel.
- Εδώ το 'εσωτερικός' είναι η πιο άμεση μετάφραση για τη φυσική δομή.