εθνικός /eθniˈkos/ Adjective

English
national
فارسی
ملی

Example

  • Η εθνική (πολιτιστική / πατριωτική / εγχώρια) τηλεόραση ανακοίνωσε τα νέα για τους κανονισμούς της Τεχνητής Νοημοσύνης.
  • The national news reported on the new AI regulations.
  • Χρησιμοποιείται για επίσημα μέσα ενημέρωσης.