ΕΥΝΟΪΚΟΣ /evˈnɪkɔs/ Ευνοϊκός
- English
- favourable
- فارسی
- مساعد
Example
- Η συνέντευξη ήταν **ευνοϊκή** για την υποψηφιότητά της. [Ευχάριστη / Θετική / Ελπιδοφόρα] — της έδωσε το εισιτήριο.
- She made a favourable impression on his parents.
- Εδώ τονίζεται η θετική έκβαση της διαδικασίας.