Ευαλωτότητα /evaloˈtoːtita/ Noun
- English
- vulnerability
- فارسی
- آسیبپذیری
Example
- Η **ευπάθεια** του λογισμικού διορθώθηκε χθες. [Η **ευπάθεια** / Η **τρωτότητα** / Η **αδυναμία**] — της ασφάλειας του συστήματος.
- The vulnerability of the software was patched yesterday.
- Εδώ χρησιμοποιείται ο τεχνικός όρος.