εξασκώ /e.z.asˈko/ Verb

English
practise
فارسی
تمرین کردن

Example

  • Πρέπει να [εξασκώ] κάθε μέρα για να γίνω καλός στην κιθάρα.
  • You need to practise every day to master the guitar.
  • Η εξάσκηση είναι ο δρόμος προς την τελειότητα.