Εξέταση /ekséːtasi/ Noun
- English
- examination
- فارسی
- بررسی
Example
- Οι επιτυχόντες στις Γενικές Εξετάσεις θα ειδοποιηθούν με αλληλογραφία.
- Successful candidates in GCSE examinations will be notified by mail.
- Εδώ εννοούμε τις Πανελλήνιες Εξετάσεις, το μεγάλο τεστ εισόδου στο Πανεπιστήμιο.