εξορία /eχsoˈri.a/ Noun

English
exile
فارسی
تبعید

Example

  • Έζησε στην εξορία για είκοσι χρόνια.
  • He lived in exile for twenty years.
  • Η «εξορία» εδώ είναι η κατάσταση διαμονής εκτός.