Εξοχικό /ɛksoˈxiko/ Noun

English
cottage
فارسی
کلبه

Example

  • Πέρασαν τις διακοπές τους σε ένα **εξοχικό** με αχυροσκεπή.
  • They spent their holidays in a thatched cottage.
  • Το 'αχυροσκεπή' (thatched) είναι σπάνιο, αλλά δίνει την αίσθηση του παραδοσιακού.