εξουσιοδοτώ /eɡzusi.oðoˈto/ Verb
- English
- authorize
- فارسی
- مجوز دادن
Example
- Μπορώ να **εξουσιοδοτήσω** (εγκρίνω / δίνω το πράσινο φως / δίνω την εντολή) πληρωμές έως 5.000€.
- I can authorize payments up to £5,000.
- Το 'εξουσιοδοτώ' είναι το πιο επίσημο και ακριβές. Στο ίντερνετ, θα δεις 'δίνω το ΟΚ'.